Σάββατο 22 Φεβρουαρίου 2020

Η Κική Δημουλά δεν μένει πια εδώ


Πότιζε συ τη γλάστρα
κι άσε να κλαίω.
Μόνο γράφε του λόγους,
μήπως κι οφείλω κι άλλη λύπη.
Θέλω να έχω τη συνείδησή μου ήσυχη
πως βασανίστηκα για όλα.

Γράψε πως κλαίω για έναν καθρέφτη.
Άλλοτε διακοσμητικό στοιχείο,
μαντείο τώρα.
Για την ξερή καληνύχτα
που λεν οι μικρές πιθανότητες
και ξοφλάνε.
Γράψε πως κλαίω για το παράθυρό σου,
κλειστό κι ακαλημέριστο
και μελαγχολικό εκ γενετής του.
Για τα πουλιά της τελευταίας δεκαετίας.
Τον τρόμο τους με τις κεραίες τηλεοψίας.
Για την προσαρμογή τους ύστερα,
και τα πετάγματά τους
σ’ αυτά τα σιδερένια δέντρα.
Που μάθανε να τραγουδούν σε σιδερένιους κλώνους.
Γράφε.

Γι’ αυτό το Σαββατόβραδο που θάφτηκε
ανάμεσα σε δύο κυπαρίσσια
Στη Φραγκόκλησα.
Για το φεγγάρι που πενθεί – φοράει
μαύρη γραβάτα σύννεφο,
γράψε πως κλαίει.
Κλαίω γιατί με ρώτησες
αν είδα την πανσέληνο.
Όχι, τίποτα ολόκληρο δεν είδα και δεν έζησα.
Κλαίω που τα παιδιά κρατούν τη σάκα τους
σαν τελειωμένη κιόλας γνώση,
και στων αγίνωτων ωρών
την τρυφερή καθησύχαση δεν πάνε
και δεν παίζουν.

Γράψε πως κλαίω για τις μητέρες.
Τις πιο παλιές μητέρες μου.
Τις λεπτές κι όμορφες,
των παραθύρων ερωμένες,
αρπίστριες του αγναντέματος,
που τις επήρε απρόφταστες ο θάνατος
κι αυτές μακροημερεύουν μητρικές
σε σαλονιού φωτογραφίες
και σε κεντήματα.

Κλαίω γιατί ανάψανε τα φώτα
κι η Κυριακή κουλουριασμένη γάτα
στο παράθυρό μου.
Ο φόβος βάζει τα καλά του
και περιμένει.

Γράφε.
Πως κλαίω για τους τυφώνες,
το λίγο φαΐ
το κάθε Λίγο,
για τους σεισμούς
χωρίς προειδοποίηση.
Κλαίω επειδή χαμένη πάει
η είδη που μου ’φερες
πως είδες χθες την πρώτη πεταλούδα.
Κλαίω γιατί δεν είδηση το εφήμερο.

Γράφε. Κλαίω
επειδή η τύχη κλείστηκε στο σπίτι της,
η αναβολή έφτασε στον δήμιο,
το παγούρι έχει φτάσει στην έρημο,
η νεότης έχει φτάσει στη φωτογραφία.
Κλαίω γιατί ποιος ξέρει ποιος θα κλείσει
των ημερών μου τα μάτια.

Πότιζε συ τη γλάστρα
κι άσε να κλαίω επειδή…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου